Υπνοθαλάσσια!

Διάφορα σουρεαλιστικά κείμενα από τον Σωκράτη Κουρτσίδη.

Ένα βιαστικό πρωινό...

Το παρακάτω σουρεαλιστικό ευθυμογράφημα γράφτηκε στα τέλη του 2004. Επικεντρώνεται κυρίως στην τότε σχολή μου, του τμήματος "Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών", και στα προβλήματά της, καθώς και σε άλλα θέματα, όπως στη δυσκολία αναζήτησης εργασίας μετά τη σχολή, στη μη σύνδεση πολλών αντικειμένων της σχολής με την αγορά εργασίας, στην τότε εκμετάλλευση από τους εργοδότες και άλλα παρόμοια.
Προειδοποιώ τον αναγνώστη ότι είναι υπεύθυνος για οτιδήποτε διαβάσει. Οποιεσδήποτε ψυχικές και διανοητικές βλάβες παρατηρηθούν αμέσως μετά την ανάγνωση αυτού του αριστουργήματος  κειμένου, είναι σίγουρο ότι προϋπήρχαν και μάλιστα κατά πάσα πιθανότητα υφίστανται είτε προ γενετής είτε πριν τη κοσμογονική δημιουργία. Μάλιστα, η αυτοδιάγνωση για τον προσδιορισμό τους είναι πολύ απλή: Αρκεί μετά την ανάγνωση να αναρωτηθείτε "αν σας άρεσε το θαυμαστό και εξαίσιο αυτό αριστούργημα κείμενο". (Η ερώτηση είναι απλώς για να σας αποπροσανατολίσει... Οποιαδήποτε απάντηση και να δώσετε, ήδη θα έχετε διαβάσει το κείμενο και θα είναι πολύ αργά...)

Ένα βιαστικό πρωινό

Καθώς έκλεινα βιαστικά την εξώπορτα η ματιά μου έπεσε στο ρολόι του χωλ. Όντως ήμουν αρκετά αργοπορημένος και μάλλον θα έχανα για τα καλά την πρώτη ώρα. Βγαίνοντας από το στενάκι ποδαράτος όπως πάντα και στρίβοντας δεξιά προς την οδό Ακαδημίας είδα να ξεπροβάλει για μια ακόμη φορά εντός του οπτικού μου πεδίου η σχολή μου. Τι κι αν βρίσκονταν δυόμισι χιλιόμετρα μακριά θαμένη μέσα σε ένα πυκνό δάσος από πολυκατοικίες, ήταν αδύνατο να μην είναι ορατή... Το χαρακτηριστικότερο όλων των κτισμάτων της ήταν το κτίριο της σχολής μου, του τμήματος «ακροβατών μηχανικών και μηχανικών θηριοδαμαστικής», ένα πανύψηλο τσιμεντένιο οικοδόμημα που θυμίζει κάποιο από εκείνα τα μουντά εργοστάσια της Σιβηρίας, με ένα άρωμα ανάμεσα σε γκούλαγκ, Κολοσσαίο και πύργου της Πίζας. Μπροστά του ορθώνονταν έναν θεόρατος τοίχος, εμπνευσμένος σίγουρα από το wall των Pink Floyd.

«Μα, προς τι ένα τέτοιο μέγεθος;» θα απορούσε κανείς... Κι όμως, τα κτίρια της σχολής δεν ήταν πάντα τόσο ψηλά. Οι αρχιτεχνονικές αλλαγές ήταν πολύ πρόσφατες. Θα ήταν, δεν ήταν πριν δύο χρονάκια που πάρθηκε η απόφαση από τη σύγκλητο να μπουν ψηλά τείχη γύρω από τη σχολή. Η αιτία ήταν και πάλι εκείνοι οι θεοπάλαβοι οι φοιτητές που γράφονταν στο μάθημα του ανθρώπου-βλήματος, ξέρετε, εκείνο με το κανόνι. Και να πει κανείς πως ήταν υποχρεωτικό… επιλογής ήταν! Μα κυκλοφορούσε η φήμη ότι περνιόταν πολύ εύκολα και πάρα πολλοί φοιτητές το προτιμούσαν! Όπως και πολύ εύκολα περνιόταν και ο χαμηλός τότε τοίχος περίφραξης του χώρου μαζί με τα προστατευτικά δίχτυα. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις όπου κάποιος από τους νυσταγμένους καμικάζι απέκλινε ελαφρώς από την πορεία του και το πού θα έπεφτε ένας Θεός το γνώριζε. Θυμάμαι, μια φορά έναν κοντούλη από δαύτους, Γιώργο Μπούκη τον λέγανε τον άτυχο... Που τα λέτε, αυτού του καημένου του έτυχε να αποκλίνει «ελαφρώς» από την πορεία του και να προσγειωθεί στο ορθάνοικτο στόμα ενός λιονταριού που βρίσκονταν στην αυλή για το μάθημα της εφαρμοσμένης θηριοδαμαστικής ΙΙ. Το αποτέλεσμα: «Μπούκης και συχώριο! ...» Δεν ήταν που μας πήρε πόση ώρα να βγάλουμε οτιδήποτε είχε απομείνει από αυτόν από το στόμα που χαρούμενου θηρίου – αλίμονο, ούτε «μάννα εξ ουρανού» να του είχε έρθει ο Γιώργος τόσες μέρες που το άφηναν νηστικό - ήρθε και καπάκι και η διαμαρτυρία από την ένωση ζωόφιλων που ελλόχευε διαρκώς για τυχόντα παραπτώματα και παρατυπίες μας. «Ντροπή και αίσχος για την ποιότητα της τροφής που δίνουμε στα ζώα!», έγραφε την άλλη μέρα η γραπτή διαμαρτυρία τους προς τον εισαγγελέα και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. «Ιδού τι χαμηλής ποιότητας τροφή ταΐζουν τα ζώα!», άλλη επικεφαλίδα με τη φωτογραφία του κακόμοιρου του Μπούκη, αυτήν τη φορά στο περιοδικό τους και την τηλεόραση.

Έτσι που λέτε το μάθημα. Κάποιοι που το έψαξαν καλύτερα το θέμα υποστηρίζουν ότι ο διδάσκων καθηγητής στην προσπάθειά του να προσελκύσει κόσμο άφησε επίτηδες να διαδοθεί ότι τάχα το μάθημα ήταν πολύ εύκολο και περνιόταν τάχα εύκολα. Τελικά, το μόνο που περνιόταν εύκολα, μα πάρα πολύ εύκολα, ήταν ο μέχρι τότε χαμηλός τοίχος της σχολής. Έτσι, κατέφταναν από όλες τις μεριές συνεχώς διαμαρτυρίες προς την κοσμητεία περί του προβλήματος των «αγνώστου ταυτότητος και προελεύσεως ιπτάμενων φοιτητών» που προσγειώνονταν στην απέναντι πλευρά της σχολής, πότε στα κτίρια ή στα μαγαζιά και άλλοτε στα λεωφορεία (διπλό το κακό γιατί παρόλο που ήσουν ετοιμοθάνατος ο ελεκτής του ΟΑΣΑ σου έκοβε ενθουσιασμένος πρόστιμο επειδή δεν είχες εισιτήριο).

Αυτή κατάσταση έφτασε σε κάποιο σημείο να είναι πλέον εκτός ελέγχου. Έπιασαν τότε τον καθηγητή και του ζήτησαν να κάνει κάτι. Τι κι αν οι φοιτητές πετάγονταν από το κτίριο σαν ποπ κορν από ακάλυπτη κατσαρόλα, εκείνος να είναι εγκάθετος και ακλόνητος, δεν ήθελε οι άλλοι να παρεμβαίνουν στον τρόπο διδασκαλίας του! Αυτός ήταν ο καθηγητής, αυτός ήξερε τι πρέπει να γίνει: Έστω και αν αυτό ήταν το απόλυτο τίποτα, το απόλυτο χάος!... Και έτσι, αφού δεν γινόταν να αλλάξει κάτι από το μάθημα η φαεινή απόφαση από τη κοσμητεία να υψωθούν ψηλά τείχη. Είναι αυτό που πάντα και γενικά εκφράζει την ελληνική κοινωνία: Το να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα, πέρα από τον καθηγητή, ήθελε εκτός από ένα δημιουργικό μυαλό - που κάτι τέτοιο αποκλείονταν να βρεθεί μέσα στο σύνολο των καθηγητών - να γίνουν και άπειρες γραφειοκρατικές διαδικασίες, όπως να σταλούν αιτήσεις στην πρυτανεία, από εκεί να σταλθούν στην επιτροπή «διαχείρισης αναλώσιμου φοιτητικού υλικού», έπειτα στο υπουργείο παιδείας και στους δήμους και τρέχα γύρευε. Ενώ βάζοντας τα τείχη, οι έξω δεν θα διαμαρτύρονταν και παράλληλα το πρόβλημα θα παρέμενε μέσα στη σχολή. Εξάλλου, μετά τα ατυχήματα η σχολή μπορούσε να δεχθεί μεγαλύτερο αριθμό εισακτέων, αλλά και ο υπουργός εργασίας βλέποντας λιγότερους φοιτητές να βγαίνουν από τη σχολή με τον φυσιολογικό τρόπο του πτυχίου, ίσον μικρότεροι δείκτες ανεργίας, έτριβε τα χέρια του. Ο πρόεδρος του τμήματος βρήκε την υγειά του μιας και, από τη μια δικαιολογούσε κονδύλια για την τροφή των λιονταριών, από την άλλη όλα αυτά τα χρήματα πήγαιναν στην τσέπη του. Και την πίτα ολόκληρη, και τα λιοντάρια χορτάτα!

Τι τα σκέφτομαι όμως αυτά… Ήδη έχω αργήσει και για τη δεύτερη ώρα, χάνω το μάθημα της «ελεύθερης ισορροπίας πάνω στο σκοινί». Και είναι και δύσκολο το άτιμο, δεν περνιέται έτσι στην εξεταστική. Ειδικά, αν είσαι πρώτος στην εξέταση… την παλεύεις, δεν την παλεύεις! Απεναντίας, αν είσαι ο τελευταίος είσαι υπέρ-τυχερός. Αν τουλάχιστον δεν κατορθώσεις να φτάσεις στην απέναντι άκρη του σκοινιού και χάσεις την ισορροπία σου, δεν μπορεί…, κάτω θα υπάρχει ένα βουναλάκι από καμιά κατοστάρα «κομμένους» φοιτητές και έτσι θα πέσεις στα μαλακά. Και οι σημειώσεις μου… Που να είναι πάλι ξεχασμένες οι σημειώσεις μου! Και τι ήταν όλα αυτά που έπρεπε να διαβάσω χθες; Δεν ξέρω, αλλά τώρα τελευταία με έχουν οδηγήσει σε βαθιά περισυλλογή όλα αυτά που μας μαθαίνουν στη σχολή. Άκου ύλη για το μάθημα της ισορροπίας: «Θεωρία ισοτροπικής συμπεριφοράς της θερμότητας πάνω στο σκοινί, θεωρία αντοχής υλικού για το κοντάρι ισορροπίας, πρώτες βοήθειες για πτώση από 60 μέτρα (το κουταλάκι εδώ είναι απαραίτητο), διαχείριση κυκλοφορίας πάνω από δύο ατόμων στο ίδιο σκοινί, φιλικός διακανονισμός στην περίπτωση ατυχήματος, ηθική της πτώσης (όταν γλιστρήσεις, καθώς πέφτεις να είσαι κομψός, χαμογελαστός και υπέροχος λίγο πριν σκάσεις στο έδαφος),...». Το πιο ωραίο είναι η «ασύρματη ισορροπία». Δεν μπορώ να πω, τα μαθήματα παραείναι χαζά, από την άλλη όμως υπάρχει και κάτι που πραγματικά το γουστάρω και αυτό είναι η «θεωρία πτώσης από σανίδα πειρατικού πλοίου». Ξέρετε, εκείνο που έχεις τα μάτια δεμένα και από κάτω κάνουν πάρτι οι καρχαρίες περιμένοντας να φανείς. Κορυφαίο, δεν μπορώ να πω. Έμαθα καμιά εικοσαριά φιγούρες πτώσης και γνωρίζω πλέον άριστα τα θέματα του μαθήματος, όπως είναι η «προσομοίωση κολύμβησης κάτω από συνθήκες όπου σου λείπουν τα δύο πόδια ένα χέρι και το τζουτζούνι», «σαβουάρ βίβρ του καρχαρία», «το πεπτικό σύστημα του καρχαρία εκ των έσω», «ωκεανογραφία», «οργάνωση και διοίκηση ενός πειρατικού πλοίου Ι και ΙΙ», «ιστορία της πειρατικής τέχνης», «η ψυχολογία του πειρατή», «θεωρία ταλαντώσεων για τη σανίδα», «πειρατόψειρες, πειρατικό ρούμι και ξύσιμο της πλάτης με τον γάντζο» και πόσα άλλα Θεέ μου! Βέβαια, πολύ φοιτητές το παρακάνουν και θέλουν να παρακολουθήσουν και το εργαστηριακό σκέλος του μαθήματος, το οποίο περιλαμβάνει πραγματικούς καρχαρίες. Είναι όμως πολύ κουραστικό και μετά από αυτό είναι κομμάτια (για την ακρίβεια, κυριολεκτικά κομματάκια!). Αυτοί όμως επιμένουν. Θα έλεγε κανείς ότι δεν τρώγονται με τίποτα, όμως οι καρχαρίες της σχολής μας έχουν αντίθετη γνώμη.

Θα μου χρειαστούν άραγε όλα αυτά όταν βγω στην αγορά εργασίας; Θα ήταν την περασμένη εβδομάδα που συνάντησα μια καλή μου φίλη τη Φανή, η οποία έχει εδώ και έναν χρόνο αποφοιτήσει. Μου τα είπε χύμα και σταράτα: «Άσε ρε, τι μαθαίναμε τόσα χρόνια στη σχολή, δεν τα βλέπαμε; Κάτι η τηλεόραση, κάτι οι φιλοζωικές οργανώσεις, ορίστε, ο αριθμός των Τσίρκων μειώθηκε δραματικά, που θα δουλέψουμε; Είναι και το άλλο… Αν μείνεις καιρό χωρίς δουλειά δεν σε προτιμάνε, ξεχνάς, λένε, και αυτά που ξέρεις, δεν μπορείς να εξασκείσαι συνεχώς!» Μου είπε και για έναν κοινό μας γνωστό, τον Τάσο. Ήταν, λέει, δύο χρόνια χωρίς δουλειά, όμως αυτός εξασκούταν διαρκώς. Στο τέλος του την έδωσε και άρχισε να ακροβατεί σε όποιο σκοινί έβρισκε. Σύρματα της ΔΕΗ, σκοινιά από μπουγάδες, στα συρματόσκοινα των κρεμαστών γεφυρών, και βάλε. Ο κόσμος άρχισε να τον προσέχει και να τον ακολουθεί, μέχρι και κίνημα απόκτησε, τον κυνηγούσαν όπου και να πήγαινε. Ψηλά αυτός; Χαμηλά να τρέχουν και επευφημούν αυτοί και να φωνάζουν «πέσε, πέσε!..» Τρέλα σκέτη! Ώσπου μια μέρα ο δύσμοιρος ο Τάσος, εκεί που ακροβατούσε στο σκέπαστρο ενός μισοτελειωμένου γηπέδου γλίστρησε και έγινε ένα με το γιαπί. Βέβαια, η σωρός του δεν βρέθηκε ποτέ. Μάλλον οι εργολάβοι θα τον πέρασαν με κάποιον από τους χιλιάδες ξένους εργάτες που παθαίνουν που και που «κατά λάθος» κάποιο μικρό εργατικό ατύχημα.

Τουλάχιστον η Φανή το έλυσε το πρόβλημα της επαγγελματικής αποκατάστασης, έστω και με έναν ολίγον όχι τόσο ευπρεπή τρόπο, όμως στην εποχή μας μετράει πάνω απ’ όλα η επιβίωση. Αφού έψαχνε δουλειά για πολύ καιρό, εντέλει βρήκε δουλειά από σπόντα σε έναν καινοτόμο οίκο ανοχής και μάλιστα με τη δυνατότητα να φτιάξει το δικό της πρόγραμμα εκεί. Δούλευε, δηλαδή, ως ελεύθερος επαγγελματίας κόβοντας μάλιστα και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. «Καλά», μου έλεγε, «δεν μπορείς να φανταστείς τι διαστροφή υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο. Τουλάχιστον η ειδικότητά μας μου βγήκε χρήσιμη εκεί. Τι κόλπα και τι ακροβατικά κάνω εκεί μέσα για να βγάλω τον «άρτο τον συνούσιο», δεν περιγράφονται! Με όλα αυτά άσε που τους καλόμαθα και έρχονται συνέχεια μόνο σε μένα. Δεν πάνε πουθενά αλλού! Αν περάσεις έξω από το «σπίτι» θα δεις μια μεγάλη ουρά. Από λεφτά καλά, όμως έχω κουραστεί. Δεν είναι οι υπερωρίες, έχω ξεσκιστεί κ-υ-ρ-ι-ο-λ-έ-κ-τ-ι-κ-α, τώρα τελευταία με κυνηγάνε το σωματείο των ιεροδούλων και το ΤΕΙ (Τεχνικό Επιμελητήριο Ιεροδούλων (Γιατί τεχνικό; Μα φυσικά γιατί η πορνεία είναι τέχνη!). Υποστηρίζουν ότι τους χαλάω την πιάτσα. Που να το είχα φανταστεί ότι αυτά που μου έμαθε η σχολή θα με καταντούσαν έτσι... Τώρα που το σκέφτομαι όμως, θα έπρεπε να το περιμένω. Μήπως και εκεί μέσα δεν μας π***σαν μέχρι να πάρουμε το πτυχίο; Μάλλον, αυτή να ήταν και η πραγματική ύλη… Μετά, σιγά τη διαφορά! Μου έλεγαν να τελειώσω τη σχολή γρήγορα-γρήγορα γιατί έξω έχει φαί. Ιδού, τέλειωσα, είμαι έξω και τώρα (τον) τρώω!..»

Αυτά λέγαμε και κάποια στιγμή απομείναμε για λίγο σιωπηλοί εγώ και η Φανή. Σαν κάτι να μας ταξίδευε, ένα μεγάλο βαρύ καράβι φορτωμένο υπέρβαρα με τις σκέψεις και τις αγωνίες μας για το μέλλον. Πόσο θα θέλαμε εκείνη τη στιγμή να εφαρμόζαμε έστω για μια και μόνη φορά κάτι από τη σχολή, έστω εκείνην την πειρατική σανίδα. Να οδηγούσαμε όλα εκείνα τα φορτία εκείνου του καραβιού να πηδήξουν στον ωκεανό. Ίσως τότε να έπαιρναν και όλα τα άλλα μαθήματα της σχολής αξία, να χρησίμευαν επιτέλους κάπου, αυτό το μάθημα, ο πειρατής, ο καρχαρίας, η μαύρη σημαία, η σανίδα… (μπλούμ!)

Ένα δροσερό αεράκι ήταν τότε που φύσηξε στο πρόσωπό μου καθώς προσέγγιζα τον κεντρικό δρόμο απέναντι από τη σχολή. Ήταν αμέσως μετά όταν ακούστηκε ένας ακόμη από εκείνους τους γνώριμους χαρακτηριστικούς ήχους από τα ψηλά τείχη της σχολής. ΠΛΑΦ! Πάλι κάποιος συμφοιτητής μου θα είχε ρυθμίσει απρόσεκτα τις συντεταγμένες του κανονιού. «Μήπως έχεις ώρα;» ακούστηκε η απρόσμενη φωνή μιας κοπέλας που και αυτή βιαζόταν. «Μια στιγμή να δω στο κινητό μου», της είπα. Πρόσεξα ότι είχε έντονο διαπεραστικό βλέμμα, τα μαλλιά της ήταν βαμμένα σε πορτοκαλί. Θυμήθηκα ότι πρέπει να την είχα δει σε κάποιο από εκείνα τα μαθήματα. Έστρεψα το βλέμμα μου ξανά στο κινητό, το είχα ρυθμίσει στο αθόρυβο και είχα μια αναπάντητη κλήση από ένα νούμερο άγνωστο. Μόλις σήκωσα το κεφάλι η κοπέλα είχε χαθεί απρόσμενα από το οπτικό μου πεδίο. Το σώμα μου διέγραψε ένα κύκλο ενώ τα μάτια μου χτένιζαν το τοπίο ψάχνοντας τη μορφή της, μάταια ίσως. Κρίμα, ήταν πολύ όμορφη και μου έφτιαξε τη μέρα. Στη θέση της, ένας ατιμέλητος τύπος με την κοιλιά έξω έτρωγε λαίμαργα ένα σάντουιτς και τα ζουμιά και οι σάλτσες του είχαν λερώσει το ήδη λεκιασμένο φανελάκι του. Κάτι μύγες, τον περιέφεραν σαν μανιασμένα ηλεκτρόνια. Εικόνα ικανή να μου ξε-φτιάξει τη μέρα, όμως το μυαλό μου επανήρθε στο καίριο ζήτημα. Η ώρα είχε περάσει πολύ περισσότερο από ότι νόμιζα, τώρα κινδύνευα να χάσω και τη δεύτερη ώρα. Αν δεν ήμουν συγκεντρωμένος, το μάθημα κινδύνευε να γίνει πάθημα...

Χωρίς οβολό.

Άνοιξα το παράθυρο του 24ου ορόφου. Ο ουρανός μουντός. Κάποιες όμβριες σταγόνες δρόσισαν το τρεμάμενο σώμα μου. Με τις λίγες μα καλά προσχεδιασμένες κινήσεις σκαρφάλωσα στο περβάζι, κοίταξα λίγο την πόλη από ψηλά, άδειασα το μυαλό μου από σκέψεις, συναισθήματα και παραστάσεις, φόρτισα την ψυχή μου και εντελώς αβίαστα άφησα το σώμα μου να ταξιδέψει στο κενό.

Ο χρησμός της μάντισσας ήταν ξεκάθαρος. Αφήνοντας αυτήν τη ζωή θα γεννιόμουν ξανά, αυτήν τη φορά σε μια άλλη, καλύτερη εποχή. Η κοινωνία μου θα ήταν αρμονική, οργανωμένη, φιλική, χωρίς προβλήματα, κακίες και έχθρες. Με περίμενε ένα ήρεμο και μακρύ διάστημα μακροβιότητας, γεμάτο παιδική ανεμελιά. Όλα αυτά και άλλα τόσα με συνεπήραν και υπνωτισμένος όπως ήμουν ήθελα να φύγω νωρίτερα.

Μα ο βαθύτερος λόγος αυτής της πρόωρης αναχώρησης δεν θα μπορούσε να ήταν άλλος από εκείνη. Ήταν τα μάτια, τα χείλη της, εκείνο το βλέμμα που μου έκοβε την ανάσα και έκανε το στομάχι μου να σφίγγεται. Τότε που απογειωνόμουν, που πετούσα ψηλά από τη γη που άδειαζε τόσο απότομα και έμενα πάνω της μόνο εκείνη. Εκείνη που οδηγούσε τη σκέψη και τις επιθυμίες μου, το όλο μου το είναι. Και ο χρησμός ήταν και πάλι ξεκάθαρος: Θα συναντιόμασταν και στην επόμενη ζωή, δεν θα με θυμόταν, αλλά θα μπορούσα να τη διεκδικήσω ξανά!

Μα ότι ανεβαίνει, κάποτε κατεβαίνει και δυστυχώς απότομα, πολύ απότομα!

Ξύπνησα ως ένα άλλο πλάσμα, περιτριγυρισμένο από ομοειδούς του. Μετά από τα πρώτα παιδικά αφελή σκιρτήματα, τα οποία πρέπει να διήρκησαν περίπου 100 χρόνια, σιγά-σιγά συνειδητοποίησα τη φρικτή αλήθεια. Το δέρμα μου ήταν μπλε! Και ναι, πράγματι θα ζούσα πολλά χρόνια, αιώνες μάλλον. Ο κόσμος μου φαινόταν από την αρχή τεράστιος και αυτό δεν ήταν ψευδαίσθηση. Ξαναγεννήθηκα, μα όχι πλέον ως άνθρωπος. Ήμουν τώρα πια ένα στρουμφάκι!

Την είχα στρουμφίσει!  «Γ@μ# την ατυχία μου!», ψέλλισα… «Την π@!#%^%& τη μάντισσα, μου την έφερε!»… Και εκείνη που αγαπούσα ήταν τώρα, κάτσε καλά, μια Στρουμφίτα όλη κι όλη, και αυτή για να σου κάτσει έπρεπε να πάρεις σειρά προτεραιότητας με χρόνο αναμονής κάτι στρουφομήνες!

"Μα τον Δρακουμέλ, τι έχω κάνει και τι τιμωριέμαι έτσι;", αναφώνησα γεμάτος τσαντίλα και απογοήτευση...
"Μήπως...", είπε ξεροβήχοντας ο παπαστρούμφ, "...πήδηξες σαν μ@λ@κ@ς από ένα κτίριο στην προηγούμενή σου ζωή;..."

Τώρα τελευταία δεν αισθάνομαι καλά… Λέω να την ξανακάνω… Όμως οι χρησμοί του Παπάστρουμφ μου λένε πως αν ξαναγεννηθώ θα έχω πράσινο δέρμα, που και που ίσως και να τον ψιλοπαίρνω (δεν μου διευκρίνισε αν εννοούσε «ύπνο») αλλά θα μου αρέσει (ούτε αυτή η φράση μου άρεσε)…

Δεν το αφήνω καλύτερα; Δεν ξέρεις τι μπορεί να μου ξανασυμβεί... Τουλάχιστον, τώρα τελευταία έχω πιάσει γκόμενα τη Ψιψινέλ και ξεχνιέμαι λιγάκι. Δε λέω, γάτα η γκόμενα, αλλά την ουρά της την χώνει παντού. (κυριολεκτικά παντού... ακόμα πονάει ο κώλος μου!)

Ηθικό δίδαγμα: Μην εμπιστεύεσαι ποτέ μάντισσες. Ούτε καν τον παπαστρούφ, τον οποίο όταν τον ρώτησα αν είναι «πολύ μακριά ακόμα» κατέβασε σε χρόνο ντε-τε το κόκκινο στρουμφοπαντελόνι του (τυχαίο; Δεν νομίζω!) και άρχισε να με κυνηγάει γεμάτος ενθουσιασμό…

Μου τη δίνουν όλα αυτά!


(Από τη σειρά σουρεαλιστικών ιστοριών "Χωρίς εισιτήριο", Θεσσαλονίκη 2002)

Ο εθνικός ευεργέτης!

"Ακόμα και όταν είσαι άρρωστος, θα πρέπει να πας στη δουλειά για να μη σε δει με κακό μάτι το αφεντικό και έχεις μπλεξίματα!...". Από τότε που ήμουν παιδί, αυτά τα λόγια άκουγα και χωρίς να το καταλάβω έγιναν τρόπος ζωής. Θα πήγαινα στη δουλειά, όσο άρρωστος και να ήμουν, δεν ήθελα να χαλάσω την καλή μου εικόνα!

Αυτό έκανα και προχθές που μου έτυχε να αρρωστήσω. Με ένα κεφάλι καζάνι σηκώθηκα από το κρεββάτι τρικλίζοντας σαν μεθυσμένος. Στάθηκα μπροστά στον καθρέπτη του νιπτήρα και απόμεινα εκεί να με κοιτάζω ζαλισμένος, με τα μάτια μου κατακόκκινα να προσπαθούν να ξεχωρίσουν τη θολή μορφή μου. Πρέπει να είχαν περάσει τουλάχιστον δέκα λεπτά ή ένας αιώνας, όταν επιτέλους άρθρωσα λόγο: "Θα πρέπει να καλέσω υδραυλικό... η βρύση στάζει...". Αυτό το πλατς-πλατς δεν έλεγε να σταματήσει. Χωρίς να κοιτάξω, έσφιξα τη βάνα, αλλά ο ήχος δεν σταματούσε. Αργότερα διαπίστωσα ότι αυτό που έσταζε ήταν η μύτη μου...

Φόρεσα ότι βρήκα μπροστά μου, έχωσα στην τσάντα μου κάποια σημαντικά έγγραφα (έτσι δηλαδή νόμιζα, χαρτιά για την ανακύκλωση ήταν!...) και σαν ένας καλά προετοιμασμένος κομάντο αυτοκτονίας ξεκίνησα τον δρόμο για τη δουλειά. Τι κι αν μου έκοψαν τον μισό μισθό και μετά ξανά τον άλλο μισό, τι κι αν είχα να πληρωθώ σχεδόν έναν χρόνο... εγώ αισθανόμουν ότι έκανα το καθήκον μου! Το αφεντικό θα ήταν περήφανο για μένα, θα γινόμουν σίγουρα ξανά ο υπάλληλος του μήνα!

Όταν έφτασα στη δουλειά το αφεντικό ενθουσιάστηκε! Γύρισε στους συναδέρφους μου και δείχνοντάς με τους φώναξε με τρόπο. "Τον βλέπεται, αυτός είναι πραγματικός εργάτης, μόνο αυτός αξίζει εδώ μέσα... Όχι σαν κάποιους-κάποιους...", είπε και κοίταξε υποτιμητικά προς το προσωπικό και ιδιαίτερα τη Μαρία, τον Τάσο, τον Μανώλη, την Κατερίνα και έναν τεχνικό από μια εξωτερική εταιρεία που είχε έρθει για να επισκευάσει ένα φωτοτυπικό.

Η Κατερίνα, που δεν μασούσε καθόλου, αμέσως του ανταπάντησε: "Τι με κοιτάτε έτσι; Υπάρχει μήπως κάποια υπόνοια ότι λείπω από τη δουλειά; Πάντα έρχομαι ότι και να συμβεί!..."
"Όχι πάντα...", της απάντησε το αφεντικό. "Πριν οχτώ μήνες, αν θυμάμαι καλά, έλειψες από τη δουλειά μια μέρα!"
"Μα εκείνη τη μέρα γεννούσα το παιδί μας αγάπη μου!", του απάντησε αυτή.

Αυτός τότε έγινε έξαλλος και άρχισε να φωνάζει γεμάτος πυρ και μανία. "Όλο δικαιολογίες είστε εδώ μέσα, κανείς σας δεν δουλεύει σωστά... Δεν σας φτάνει που έρχεστε εδώ; Τι σας λείπει, δηλαδή;"

"Μήπως κανένας μισθός;" ακούστηκε συνοδευόμενη από έναν κοφτό ξερόβηχα μια φωνή από πίσω. Το αφεντικό έγινε ακόμα πιο έξαλλος. "Ποιος το είπε αυτό; Ορίστε, καλά τα έλεγα, δικαιολογίες και μόνο δικαιολογίες. Δεν σας φτάνει που ακόμα είστε εδώ; Με νύχια και με δόντια παλεύω να κρατήσω ανοιχτή αυτήν την επιχείρηση! Αν τώρα ήσασταν άνεργοι, θα είχατε καταντήσει νωθροί τεμπέληδες και δεν θα μπορούσατε να ξαναμπείτε στην αγορά εργασίας! Θα έπρεπε να πληρώνομαι για το καλό που σας κάνω, που σας κρατάω σε φόρμα! Στο γυμναστήριο που πάτε, δεν πληρώνετε; Αλλά που να με καταλάβετε!..."

"Μόνο αυτός, αυτός και μόνο με καταλαβαίνει", είπε, γυρίζοντας ξανά προς τα εμένα. Ένοιωσα πολύ περήφανος. Μόνο εγώ μπορούσα να κατανοήσω το αφεντικό, κάποια μέρα θα ανταμειβόμουν για τη στάση μου! Ήδη με έβλεπα προϊστάμενο του τμήματος, να κλείνω συμφωνίες και να συναντιέμαι με σπουδαίους πελάτες. Δεν υπάρχει άλλος καλύτερος και πιο υπεύθυνος από μένα για αυτήν τη θέση!

Οι επόμενες μέρες κύλησαν με την αρρώστια να μη λέει να με εγκαταλείψει, κάτι σαν τη σχέση που έχουν τα τηγάνια με την αντικολλητική επίστρωση τους δηλαδή. Μέρα με την μέρα, ολοένα και περισσότεροι συνάδερφοι άρχισαν να απουσιάζουν αδικαιολόγητα από την εργασία τους. Σχεδόν όλοι είχαν τη δικαιολογία ότι είχαν αρρωστήσει και ότι τους κόλλησα εγώ! Ποιος; εγώ! Αν είναι δυνατόν! Εγώ, που μπορώ να εργαστώ! Δικαιολογίες, δικαιολογίες... Δεν θα γίνω προϊστάμενος, θα δουν τι θα πάθουν!

Κάποια στιγμή είχα απομείνει μόνος μου στη δουλειά και αυτό άρχισε να προβληματίζει κάπως. Άσε, που δεν μπορούσα να προλάβω όλες τις δουλειές. Είχα αναγκαστεί να μείνω εκεί τουλάχιστον δύο εικοσιτετράωρα δίχως να πάω σπίτι. Ώσπου κάποια στιγμή ξεμύτισε από την είσοδο το αφεντικό, ο οποίος είχε λείψει μερικές μέρες για ένα "επαγγελματικό" ταξίδι. Κόντεψε να λιποθυμήσει όταν διαπίστωσε ότι είχα απομείνει μόνο εγώ! Ύστερα από μερικά λεπτά σαστίσματος και εκπληκτικής ακινησίας που θύμιζε γυμνό μοντέλο για σχόλες καλών τεχνών, τον άκουσα να φωνάζει έντονα "καραντιιιιιιίνα!". Όταν προσπάθησα να καταλάβω για ποια "καραντίνα" μιλούσε, βλέποντας τον πάντα αλαφιασμένο να ψάχνει γεμάτος ένταση τον χώρο του γραφείου του, διαπίστωσα ότι αυτό που φώναξε και συνέχιζε να μουρμουράει ακατάπαυστα ήταν "την καραμπίνα!".

Τι να τη χρειάζεται, άραγε, την καραμπίνα το αφεντικό; Εντάξει, θυμάμαι ότι κάποια βράδια που έφευγα τελευταίος από το γραφείο έφευγε και αυτός με μία τέτοια και όταν τον ρωτούσα, μου έλεγε ότι πηγαίνει για κυνήγι. Όταν τον ρωτούσα ξανά σε ποιο μέρος, μου απαντούσε "στην Ομόνοια". Περίεργο, διότι δεν γνωρίζω κανένα βουνό εδώ κοντά που να ονομάζεται Ομόνοια... Την ίδια απάντηση μου έδωσε και για το τσεκούρι. Να πάει να κόψει δέντρα στην Ομόνοια; Τη νύχτα; Και τι να τα έκανε, αφού ήταν καλοκαίρι; Αλλά μετά σκέφτηκα ότι το αφεντικό είναι προνοητικό, όπως και εγώ, και φροντίζει από πριν.

Σε μια στιγμή το αφεντικό άρχισε να φωνάζει ενθουσιασμένο: "Τη βρήκα, τη βρήκα!" Είχε βρει την καραμπίνα! Έτσι όπως την είχε σφιχταγκαλιάσει μου έριξε μια ματιά κάπως περίεργη και μετά πιάνοντας την καραμπίνα καλύτερα στα χέρια του άρχισε να τη γεμίζει τα φυσίγγια τραγουδώντας της όλο χαρά το "απόψε κάνεις μπαμ...".

Και εκεί που απορούσα γιατί το αφεντικό έχει τέτοια όρεξη, ξάφνου χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε και αμέσως στάθηκε προσοχή. "Μάλιστα κύριε υπουργέ μου". Άρχισαν να συζητούν και κάποια στιγμή άκουσα να λέει "Ναι, μου άδειασε όλο το κτίριο. Εκεί που ήταν γεμάτο κόσμο, ξαφνικά είναι σαν ερειπωμένο. Σαν να μην είχε πατήσει ποτέ άνθρωπος εδώ μέσα!"

Κατόπιν, συνέχισαν να συζητούν λίγο ακόμα για κάποια καλή Τρόικα, κάτι νομοσχέδια γύρω από χρέη στο δημόσιο και ότι πρέπει οπωσδήποτε να ψηφιστούν για το καλό μας κλπ. Μετά το πέρας της συζήτησης το αφεντικό έσπευσε να ξαναπάρει την καραμπίνα στα χέρια του. Όμως, το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Απ' ότι συμπέρανα, ήταν ξανά ο υπουργός. Το αφεντικό απαντούσε στις ερωτήσεις του. "Ναι σας λέω, ολόκληρο το κτίριο! Μιλάμε για επτά εταιρίες και αυτήν τη στιγμή έχουμε μείνει δύο άτομα... Εγώ; Όχι, εμένα μη με λογαριάζετε, κακό σκυλί, ψόφο δεν έχει!... Πώς;... Σοβαρολογείτε;... Όχι, δεν το εννοούσα έτσι ακριβώς, σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να θίξω την κρίση σας, σχήμα λόγου ήταν... Ναι, θα τον στείλω, μάλιστα!... Ναι, είμαι σίγουρος, ολόκληρο το κτίριο, δύο άτομα έχουμε μείνει... Μάλιστα! Τώρα που το σκέφτομαι και εγώ, είναι σπουδαία ιδέα!"

Έκλεισε το τηλέφωνο και έστεψε την προσοχή του σε μένα. "Αγόρι μου! Για σένα μιλούσαμε, είσαι εθνικός ήρωας αγόρι μου, ο σωτήρας της παράταξής μας, ο ευεργέτης μας!"

"Μα, τι έχω κάνει;", τον ρώτησα.

"Ακόμα τίποτα, αλλά σε δύο ημέρες όλη η κυβέρνηση θα μιλάει για μας αγόρι μου! Η χώρα θα σωθεί! Άγαλμα θα μας κάνουν!"

Τον κοίταξα εντελώς χαμένος. Ήμουν που ήμουν χάλια από την αρρώστια, ένοιωθα σαν να έπρεπε να λύσω το αίνιγμα της Σφίγγας. Το αφεντικό με κοίταξε σαν ήταν ερωτευμένος, πήρε μετά όσο μπορούσε σοβαρό ύφος και μου είπε σαν να έκανε διάγγελμα:

"Έχεις μια αποστολή να επιτελέσεις. Δεν είναι τίποτα δύσκολο, αλλά θέλει σοβαρότητα και υπευθυνότητα, κάτι που ήδη σε διέπει. Απλώς, θα πας σε ένα κρατικό κτίριο και θα μείνεις εκεί για δύο μερούλες, γυρίζοντας όλους τους ορόφους του απ' άκρη σ' άκρη! Όσο για την υγεία σου, πρέπει να παραμείνει ως έχειν, πρέπει να συνεχίσεις την αποστολή σου, ακόμα και αν χρειαστεί να αφήσεις εκεί την τελευταία σου πνοή, στην περίπτωσή μας: τον τελευταίο σου βήχα!"

"Και ποιο είναι αυτό το κτίριο;", τον ρώτησα παίρνοντας και εγώ τα πάνω μου, νιώθοντας από τώρα τον τίτλο του προϊσταμένου στο τσεπάκι μου.

Με κοίταξε με ένα πλατύ χαμόγελο και μου απάντησε: "Προς τη Λεωφόρο Μεσογείων, στην Αγία Παρασκευή, ξέρεις πώς να πας;..."

----------------------------------------------------------------------------------------------------------

* Από τις 11 Ιουνίου η ΕΡΤ συνεχίζει να λειτουργεί, έστω και χωρίς τους πομπούς, μέσα από το Διαδίκτυο. Υποστηρίζω αυτήν την προσπάθεια κυρίως στο συμβολικό της κομμάτι, γιατί δεν μου αρέσει ο αυταρχισμός, τα απολυταρχικά καθεστώτα και οι οριζόντιες περικοπές και απολύσεις προσωπικού δίχως πρώτα να υπάρξει πραγματική αξιολόγηση. Ακόμα περισσότερο, είναι ευκαιρία αυτός ο αγώνας να συμπεριλάβει και όλους τους ανέργους αυτής της χώρας οι οποίοι απολύθηκαν άδικα στα χρόνια της κρίσης. Δεν είναι η ΕΡΤ στο επίκεντρο, αλλά εκείνοι οι "άρχοντες" που μας κλέβουν το δικαίωμά μας να εργαζόμαστε και να είμαστε παραγωγικοί πολίτες!


Λιμάνι

Κάποιοι κοιτάζουν γεμάτοι νοσταλγία
να φεύγουν μακριά απ’ το λιμάνι τα πλοία
Κι ας το μάθαν καλά εκεί κάτω στην Ινδία
Πως σκουριάζει στην αλμύρα
της ψυχής η πανοπλία

Τους βλέπω στη παραλία να τριγυρνάνε
Πέρα δώθε, πότε-πότε να παραπατάνε
Θα ‘θελα να πάω κοντά να τους μιλήσω
Για αυτά που γνώρισαν να τους ρωτήσω

Στο ηλιοβασίλεμα δένουν με το τοπίο
ζεστες σκιές στην προβλήτα του λιμανιού
Θα ‘λεγες πως περιμένουν κάποιο πλοίο
Μα ήδη από πολύν καιρό ταξιδεύουν αλλού

Κι έτσι, τους αφήνω εκεί να αρμενίζουν
Μέσα στα βαθιά πελάγη του μυαλού
Με βλέματα γεμάτα ελπίδα να ατενίζουν
προσμένοντας τα χρώματα κάποιου γυαλού… 

(Θεσσαλονίκη, Μάϊος 2000)

Χωρίς εισιτήριο: "Πενία τέχνας κατεργάζεται"...

Όταν ήμουν μικρός δεν έτρωγα όλο το φαγητό μου. Δυστυχώς, οι απειλές της μητέρας μου ότι θα έρθει ο μπαμπούλας επιβεβαιώθηκαν με το παραπάνω. Άργησε, βέβαια, στο ραντεβού μας κάμποσα χρόνια, αλλά τελικά με βρήκε (τρομάρα του!). Όταν με πρωτοαντίκρυσε, νόμισε ότι του έκανα πλάκα. Στο μετέπειτα διαπίστωσε ότι δεν φορούσα μάσκα και ότι έτσι ήμουν στην πραγματικότητα εμφανισιακά, οπότε και του ήρθε μια μεγάλη τρομάρα και πήρε τους δρόμους. Αργότερα επέστρεψε, αρκετά διστακτικά μπορώ να πω, προπάντων για επαγγελματικούς λόγους. Φοβόταν βλέπεις μην του έτρωγα τη δουλειά...
Τον λυπήθηκε η ψυχή μου, τι να πω... Είχε και κάτι ένσημα που δεν τα συμπλήρωνε για να βγει στη σύνταξη, τώρα με την κρίση τα παιδιά έτρωγαν όλο το φαγητό τους, έκανε και πάνω στην τρέλα του μια βραδιά μεθυσμένος ένα μπότοξ και τώρα είχε αρχίσει να ομορφαίνει... όχι, δεν μπορούσα να τον αφήσω έτσι... έπρεπε να βελτιώσω την εμφάνισή μου, να κάνω την καρδιά μου πέτρα και να προχωρήσω στις απαραίτητες χειρουργικές επεμβάσεις αισθητικής! Ο Μπαμπούλας, αυτό το είδος προς εξαφάνιση, το απαραίτητο και ανεκτίμητο εργαλείο για τις μαμάδες δεν έπρεπε να χαθεί, ήταν υποχρέωσή μου να τον κρατήσω στη ζωή.
Τον πλησίασα, λοιπόν, με συμπάθεια και πιάνοντας του τον ώμο του είπα: "Δεν θα σε αφήσω ποτέ!". Αμέσως αυτός πετάχτηκε, τίναξε το χέρι μου από πάνω του αναφωνώντας "ε όχι και λούγκρα τώρα στα γεράματα!" και με ένα σάλτο εξαφανίστηκε από μπρος μου. Από τότε ο Μπαμπούλας έχει χαθεί από το πρόσωπο της γης. Σίγουρα κάπου κρύβεται, μπορεί να έκανε και άλλες αισθητικές παρεμβάσεις και να μην τον αναγνωρίζει τώρα πια κανείς. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν τον βλέπετε μικρά μου παιδιά όταν δεν τρώτε το φαγητό σας. Μια μέρα, όμως, που θα πάει... θα ξαναεπιστρέψει! Και τότε τίποτα δεν θα γλιτώσει από την τιμωρία που σας περιμένει... Τίποτα!

(εκτός και αν, αγαπητοί μου γονείς, με νοικιάσετε να καθίσουμε να τον περιμένουμε μαζί, οπότε μόλις με δει θα κάνει τουμπεκί ψιλοκομμένο και δεν θα ξαναπατήσει στο σπίτι σας. Και για να έχουμε και σίγουρα αποτελέσματα θα μάθω στο παιδί σας πώς να τρώει όλο του το φαγητό δια της μεθόδου της μίμησης. Ορίστε, αυτή είναι η επαγγελματική μου κάρτα: Προστασία από τον Μπαμπούλα. Ή αλλιώς "Πενία τέχνας κατεργάζεται"...).

Μέρες μνημονίου.

Καθώς επέστρεφε στο σπίτι άκουγε διαρκώς ειδήσεις και συνομιλίες για τα αποτελέσματα των εκλογών. Η χώρα είχε χωριστεί στα δύο, στους μνημονιακούς και στους αντιμνημονιακούς. Ένας ιδιότυπος εμφύλιος είχε κάνει την εμφάνισή του καλώντας άπαντες τους πολίτες να αποφασίσουν με ποιών το μέρος να ταχθούν. Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, το αρχέγονο ελληνικό τοπίο, αυτή η μεγάλη αγκαλιά, πάλλονταν προσπαθώντας να υπενθυμίσει στους Έλληνες τον μαρτυρικό του σπαραγμό.
Κανάλια και ειδήσεις μιλούσαν για καταστροφή, διλήμματα και αδιέξοδα. Άνθρωποι λογομαχούσαν μεταξύ τους, ενώ κάποιοι άλλοι απλώς έπιναν καφέ, αδρανείς και αμήχανοι, σαν τα πρόβατα πριν τη σφαγή.
Στον δρόμο είδε τον παππού του. Αφού αγκαλιάστηκαν και ασπάστηκαν, του είπε: "Παππού, φοβάμαι πολύ για τα πράγματα. Πότε θα έρθει ηρεμία σε αυτόν τον τόπο;"
Του αποκρίθηκε ο γέροντας: "Αυτή είναι η Ελλάδα, η χώρα του ήλιου και των σεισμών. Ποτέ δεν θα υπάρξει ηρεμία, μα μη φοβάσαι!". Του έδειξε τότε τη γη και του είπε: "Αν θες από αυτό το χώμα να βγει ξανά ζωή, τότε θα πρέπει να το σκάψεις ξανά και ξανά. Και αν θέλεις βροχή, τότε να ευχαριστείς τον Θεό για τον ταραγμένο ουρανό και για τα ρεύματα των ωκεανών. Και αν φοβάσαι τους μουσώνες, τότε γίνε ένα με αυτούς. Όταν θα βραχείς, τότε θα διαπιστώσεις ότι αυτό που φοβόσουν δεν είναι και τόσο τρομερό δα, δεν θα φοβάσαι πια, θα αγαπήσεις το νερό και σύντομα τα πάντα γύρω σου θα αρχίσουν να βλασταίνουν και να ξαναζούν. Μα μην ξεχάσεις ποτέ πως όλα αυτά δεν θα αποκτήσουν ποτέ νόημα αν δεν μπορείς να τα μοιραστείς με τον διπλανό σου".
Αυτά του είπε και τον βύθισε σε μακρινές σκέψεις και όμορφους συνειρμούς. Η ζωή κρύβεται μέσα στην κίνηση και το ανακάτεμα και αυτό που πραγματικά αξίζει είναι να μπορείς να συνυπάρξεις αρμονικά.
Στον δρόμο μάλωναν και πάλι δύο γείτονές του, κοινοί του φίλοι. Τους πλησίασε και τους είπε: "Ότι και να συμβεί θα είστε πάντα φίλοι μου. Και όσα μνημόνια και καταστροφές να έρθουν στον τόπο, πάντα θα παλεύω να έχω ένα πιάτο φαγητό για εσάς, να έρχεστε στο σπίτι να τρώμε μαζί. Και αύριο να μας τα πάρουν όλα, να μας μείνει τουλάχιστον το φιλότιμο και η ελληνική καρδιά".
Τον κοίταξαν και μεμιάς τα ξέχασαν όλα. Έπειτα, κίνησαν όλοι μαζί σε κάποιου φίλου το σπίτι να βοηθήσουν σε μια μετακόμιση. Αλλά τώρα πια, όχι για να μετακινήσει τα πράγματά του, αλλά το αντίθετο, δεν θα άφηναν να φύγει τίποτα από το σπιτικό, δεν θα το άδειαζαν το σπίτι.

(Μάης 2012)

Χωρίς εισιτήριο

Μιλούσα με τον Θανάση πριν λίγο και μου θύμισε μια σειρά από άρθρα που είχα γράψει πίσω στο 2002. Του αφιερώνω λοιπόν αυτό για τον ΟΑΣΘ που τότε είχε ακριβύνει τα εισιτήρια (τα φοιτητικά είχαν μέχρι τότε 20 λεπτά...). Μπορεί να είναι λίγο αισχρό, όμως πιο αισχρή ήταν η δικαιολογία του ΟΑΣΘ: "Ακριβαίνουμε τα εισιτήρια για να βελτιώσουμε την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών...

ΟΑΣΘ® = Ποιότητα!

Το κινητό κλουβί με την έμβιο μάζα κατέφθανε εμπρός μου. Χώνω το χέρι βαθιά στην τσέπη μου και έντρομος διαπιστώνω ότι το μαγικό χαρτάκι λείπει... ¨Που σου γαμώτο μου", αναστενάζω! Αφήνω τη στάση και τρέχω αμέσως προς το πλησιέστερο περίπτερο. Με μεγάλη μου απογοήτευση διαπιστώνω ότι εισιτήρια δεν πωλούνται. Μετά από καμιά δεκαριά περίπτερα βρίσκω εισιτήρια. «Λυπούμαστε», μου λέει η περιπτερού, «όμως τα εισιτήρια ακρίβυναν με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας στις υπηρεσίες του ΟΑΣΘ®. Μετά από ένα εικοσάλεπτο, ευρισκόμενος αρκετά μακριά απ’ την αρχική στάση παίρνω το λεωφορείο γεμάτος τσαντίλα. "Τι ποιότητα και μαλακίες..." Αργότερα, όμως, που το καλοσκέφτηκα συνειδητοποίησα ότι πράγματι τα λεφτά έπιαναν τόπο...
ΟΑΣΘ®! Σκέφτομαι τη λέξη και ανατριχιάζω, με πιάνει δέος, μένω κάγκελο! Και γαααααμώ την ποιότητα!
Πρώτα απ’ όλα προνοεί για σένα. Σου προσφέρει καθημερινό πρόγραμμα τζόκινγκ (τι γυμναστήρια και παπαριές). Έπειτα, κάνεις δημόσιες σχέσεις με τους περιπτεράδες. Μέχρι να βρεις περίπτερο που να πουλάει εισιτήριο έχεις γυρίσει όλη την πόλη και έχεις μάθει όλους τους περιπτεράδες. Και αυτοί οι μπαγάσηδες δεν έχουν ποτέ τους εισιτήριο. Ειδικά τα περίπτερα που είναι πάνω στη στάση του ΟΑΣΘ. Είμαι πεπεισμένος ότι αν υπήρχε δυνατότητα να υπάρχει περίπτερο πάνω στο λεωφορείο, ακόμα και τότε ο περιπτεράς θα σου πει πως δεν πουλάει εισιτήρια. Τον δέρνεις τότε ή δεν τον δέρνεις; ΟΑΣΘ! Συμβάλει στην απεξάρτηση του πολίτη από τον πανάκριβο τζόγο. Με την τιμή ενός και μόνο εισιτηρίου μπορείς και εσύ να παίξεις το υπερτυχερό παιχνίδι «Βρες το εισιτήριο (χα, χα, χα! )» με φοβερό έπαθλο το ίδιο το άθλιο εισιτήριο, το άθλιο το λεωφορείο, τον άθλιο τον περιπτερά, την άθλια καταδίκη μου γαμώτοοοοοοο!...

Εκεί όμως που τα πράγματα αλλάζουν ριζικά είναι η ποιότητα του σεξ στα λεωφορεία. Έτσι που καταντήσαμε σαν σαρδέλες, όλο και κάτι τυχερό συμβαίνει (ωχ ο κώλος μου!)... Τι «σεξουαλική επαφή» και κουραφέξαλα... «Συγκοινωνιακή επαφή™»! Ειδικά, αν είσαι μπακούρι την έκανες λαχείο (τα αντισυλληπτικά χάπια, προφυλακτικά, εντομοκτόνα κλπ. είναι απαραίτητα για το λεωφορείο)! Ο ΟΑΣΘ® είναι που μας φέρνει πιο κοντά, όχι ο ΟΤΕ®... Εκεί καλείς απλώς το 090..., ενώ εδώ είσαι μαζί με άλλους 90...
Μεταξύ μας... Σε τέτοιες καταστάσεις δεν χρειάζεται εισιτήριο! Ποιος μαλάκας ελεγκτής θα ‘θελε να μπει σ’ αυτό το κινητό μπουρδέλο; Και να ανέβει, τέτοια παρτούζα® που γίνεται εκεί πάνω δεν θα του δώσουν το εισιτήριο, αλλά τον εισιτήριο! Και μάλλον αυτό που θα σκίζονταν σ’ αυτόν τον έλεγχο δεν θα ήταν τελικά κάποιο απ’ αυτά τα μικρά χαρτάκια...